We do not agree in censorship of internet by anyone. Therefore we support the movements that try to stop SOPA & PIPA and internet censorship in any way. 

RPGNet.gr Team


The World of Fantasy and Adventure.

RPGNet.gr

Καλώς ήρθατε στο RPGNet.

Το RPGNet.gr είναι το αρχαιότερο Ελληνικό RPG – Fantasy Portal εν λειτουργία απο το 1996 με πληθώρα θεμάτων και υλικού, που θα βοηθήσουν και τον πιο απαιτητικό χρήστη.

Το RPGNet είναι ένα portal φτιαγμένο απο Roleplayers για Roleplayers. Είναι ένα αφιλοκερδές site, που φιλοξενεί τις ιδέες και τις δημιουργίες Ο ιστοχώρος μας βρίσκεται υπο διαρκή ανανέωση.

Καλώς ήρθατε!


(κείμενο απο τον αρχικό ιστοχώρο του RPGNet)

Υπήρχε μια πόλη που αθάνατη συντρόφευε τους μύθους των ανθρώπων. Λένε πανώρια έστεκε στη χώρα αυτή των θρύλων, υφάδι απαράμιλλο στον αργαλειό ονείρων.
Με δρόμους αλαβάστρινους κουλουριασμένα φίδια, ορίζοντας άγνωστες μορφές και σχήματα των κόσμων. Και μέσα από τα σπλάχνα τους , μαρμάρινες επαύλεις, βράχοι λαξευμένοι από γίγαντες με σμίλη ατσαλένια, σε παραστάσεις ξένες.
Γύρω τους πύργοι ακανόνιστοι από όνυχα φτιαγμένοι, πρόβαλαν θεόρατοι κοιτώντας προς τα αστέρια. Σαν σταλακτίτες δόντια της γης μεγάλωναν στον χρόνο.
Και μέσα τους οικούσανε αιώνια οι μάγοι, γόνοι θεών που πέρασαν και βρέθηκαν στην λήθη Οι γκρίζοι χωρίς πρόσωπα, οι άρχοντες της τέχνης, ψηλά στους πύργους , μικρές φιγούρες, στραφτάλιζαν στον ήλιο.
Πότε χρυσάφι έλαμπε, πότε καθάριο ασήμι πότε ατόφιο πορφυρό κόκκινο σαν ρουμπίνι. Και η νύχτα όταν έπεφτε, σαν ώριμοι καρποί αφήνανε τους πύργους. Χιλιάδες λάμψεις, φλεγόμενα άστρα πληγώνανε το δείλι.
Αιθέρια φτερά ξανοίγονταν άνεμο καβαλώντας. Χορό γλυκό, αέρινα ζεύγη, χάρη με αρμονία.
Αρχαία ερπετά πετούσανε σκεπάζοντας την πόλη.
Κάτω από δράκους, μύριοι ναοί στεφάνωναν τον τόπο. Μωσαϊκό από χρώματα σαν δάφνες στους θεούς τους. Πολλοί μικροί με κίονες , πολλοί πελώριοι αχανείς με εκατοντάδες τρούλους. Φτιαγμένοι στης ίριδας γυαλί μέχρι γρανίτη άθραυστο και ακτινικό λαζούρι.
Μέσα στην πόλη ζούσανε αθάνατοι οι ανθρώποι . Όποια επιθυμία είχανε σε πλήρωση βρισκόταν ,το μέσο η μαγεία.
Γιορτές τρανές όργια αχαλίνωτα και ατέλειωτη κραιπάλη. Μα κάποτε κουράστηκαν και θέλαν ποικιλία. Οι αισθήσεις τους στερφέψανε, να πιουν να ξεδιψάσουν .Τότε οι μάγοι έσταξαν με πλέρια φαντασία. Πόλη σε δάσος μόρφωσαν , σαν προσταγή στα ξόρκια. Δάσος με δέντρα ζωντανά με νύμφες και δρυάδες , με γρύφωνες , μονόκερους με κένταυρους και φαύνους. Μα αρκετό δεν ήταν….
Και οι επωδοί ηχήσανε, τυλίγοντας τον τόπο και ασύγκριτα βουνά υψώθηκαν, τυφλώνοντας τον ήλιο. Κομμάτια γης με βούληση τον ουρανό να αγγίξουν. Με κόγχες, σπηλιές απύθμενες στίγματα στην δορά τους, με μάτια για πετράδια.
Και μέσα μαύροι φύλακες , φυλούσανε τους λίθους. Σκιές στο φως που άλλαζαν, το βλέμμα ξεγελώντας. Μα ήταν το τέλος σύντομο…
Πολύς καιρός δεν πέρασε ζήτησαν νέο θαύμα.
Μαζεύτηκαν άγρια νερά από τα μακρινά φεγγάρια .Κύλησαν ρέοντας στην γη στην βούληση των μάγων. Την πόλη όμως δεν άγγιζαν για ήταν μαγεμένα, δική τους είχανε ζωή και κάλυψαν το χώρο.
Και χάθηκε τότε ο ουρανός και χάθηκε και ο ήλιος μόνο σκοτάδι αδιάκοπο το πιο βαθύ σκοτάδι. Και ήρθαν θαλάσσια πλάσματα ,κάτοικοι της αβύσσου , παράξενα με κέρατα, με πλάκες από πέτρα, με φειδωλά πτερύγια και με ουρά από φίδια, σαγόνια αδιόρατα και δόντια από διαμάντι .
Οι κόρες τους ζηλεύανε πολύ, την πόλη και το φως της.
Και οι άνθρωποι χαρούμενοι παρέμειναν για πάντα…
Όχι και η πόλη αναδύθηκε , πάλι για νέο θαύμα.
Και οι άνθρωποι ζητούσανε και οι μάγοι υπακούγαν .
Ώσπου μια μέρα ανήμποροι οι γκρίζοι να τους δώσουν, στην έκκληση αρνήθηκαν ανθρώπων να ενδώσουν. Δεν είχαν άλλα θαύματα μόνο παλαιά και ίδια.
Τότε στραφήκαν στους θεούς μα η απόκριση ήταν ίδια. Και οι άνθρωποι γέμισαν οργή που ήταν καινούριο θαύμα. Και κάψαν όλους τους ναούς, θεούς περιγελώντας, κινήσαν στους μάγους να δώσουνε τιμωρία . Μαστίγιο ή σίδηρο καυτό, διασκέδαση μεγάλη . Μα οι μάγοι δεν ήταν πια εκεί , οι πύργοι ερημωμένοι……
Ομίχλη ήρθε από βορρά μουχρή πυκνή ομίχλη, και σέρνονταν αργά μέσα στην νηνεμία. Οι ήχοι είχανε χαθεί απόλυτη ησυχία. Μόνο ανθρώπινη φωνή παράταιρα αντηχούσε. Και οι άνθρωποι γνωρίστηκαν με ένα ακόμα θαύμα. Φόβος που πλάνευε τον νου, φόβος που παραλύει .
Και η καταχνιά όταν έφτασε κρυφτήκαν στις επαύλεις και στους θεούς προσεύχονταν που είχανε χλευάσει. Τότε κραυγές σπαρακτικές ηχήσανε σε μια κατοικία και αμέσως ακολούθησε, μεγάλη συμφωνία. Και οι άνθρωποι ξεχύθηκαν ποτάμι από την πόλη τρέχοντας αλλόφρονες μακριά, μην το χαμό τους βρούνε.
Μέρες περάσαν έπειτα, τα θαύματα δεκάδες. Την πείνα μάθανε καλά, την δίψα την αρρώστια ,το μίσος τους συντρόφευε, πάντα η δυστυχία.
Και είδαν καινούριους τόπους. Τόπους που δεν αλλάζανε τόπους που είχαν πόνο. Μια νύχτα που ανακάλυψαν το θάρρος στην καρδιά τους ταξίδεψαν γοργοί και γύρισαν να χτίσουν τους ναούς μετάνοια νοώντας.
Την πόλη γύρεψαν πολύ, μα ήταν πια χαμένη και εκεί που βρίσκονταν παλιά υπήρχε μόνο σκόνη.
Έρημη γη, έρημη γη και λύτρωση καμία
Έτσι τη θλίψη γνώρισαν τέλος το θάνατο τους.
Γενιές πολλές περάσανε στο θαύμα σκεπασμένοι… Μόνο μια νύξη έμεινε, μόνο στα όνειρα τους .
Φορές πολλές θυμούνται.

Του Θανάση Αργυρίου aka Amra